ΛΕΟ 1Α4

ΛΕΟ 1Α4

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

ΜΑΣ ΒΙΑΖΑΝ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΕΣ ΠΡΩΗΝ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΑΣ!!! ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΦΡΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ 17ΧΡΟΝΗ ΓΙΑΖΙΝΤΙ...


Η Σιρίν, που δεν είναι αυτό το πραγματικό της όνομα, ήταν μόλις 17 χρονών όταν την έπιασαν αιχμάλωτη οι τζιχαντιστές από το Ισλαμικό Κράτος και την σκλάβωσαν.

Μαζί με ακόμα 3.000 γυναίκες της ηλιολατρικής θρησκείας των Γιαζίντι οδηγήθηκαν σε ένα παλιό σχολείο όπου τις κρατούσαν αιχμάλωτες.

Βιάστηκε άγρια από έναν άνδρα με θολά πράσινα μάτια. Κατάφερε να αποδράσει και τώρα ζει με την οικογένειά της στη Γερμανία. Αυτή είναι η ιστορία της.

Η Σιρίν αρπάχτηκε μαζί με τις συμμαθήτριές της από τους τζιχαντιστές της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος τον Αύγουστο του 2014, όταν οι βάρβαροι εισέβαλαν στο Σιντζάρ, τη γη των Γιαζίντι στο βόρειο Ιράκ. Το χωριό που ζούσε ονομάζεται Χαρντάν.

Όταν οι τζιχαντιστές έπιασαν τις γυναίκες, τις οδήγησαν σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο.

Αιχμάλωτες μαζί της ήταν η μητέρα της και οι αδελφές της.

Συνολικά εκεί κρατούνταν 3.000 γυναίκες των Γιαζίντι που οι τζιχαντιστές τις εξέταζαν όπως τα ζώα.

Πριν την αιχμαλωσία της η Σιρίν ονειρευόταν να γίνει δικηγόρος.

Ξαφνικά, από τη μία στιγμή στην άλλη, βρέθηκε στις αρχές του 21ου αιώνα σκλάβα στα χέρια μεσαιωνικών πολεμιστών. Ποιος θα το πίστευε;

Στους χώρους του παλιού σχολείου, που τις κρατούσαν φυλακισμένες, 3.000 ψυχές, γυναίκες και τα παιδιά τους, ήταν στην κυριολεξία όλοι ο ένας πάνω στον άλλον. Για να κοιμηθούν δεν υπήρχε χώρος, ήταν στοιβαγμένες σαν τσουβάλια.

Η Σιρίν θυμάται και διηγείται τα όσα έζησε σε ένα βιβλίο που έγραψε και κυκλοφορεί στη Γερμανία με τίτλο «Παρέμεινα μια κόρη του Φωτός».

Οι Γιαζίντι είναι μια εκδοχή της αρχαίας ηλιολατρικής ζωροαστρικής θρησκείας, που κατεξοχήν τιμά τον Ήλιο.

«Στην αποθήκη που μας κλείδωσαν, η μητέρα μου, οι αδελφές μου, ο αδελφός μου Κεμάλ, έπρεπε να περπατήσουμε προσεκτικά πάνω από τους ανθρώπους που ήταν στοιβαγμένοι στο πάτωμα.

Βρήκαμε χώρο δίπλα σε έναν τοίχο μέσα σε μια τάξη και καθίσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον.

Παντού υπήρχαν φρουροί. Ήταν αγόρια μεταξύ 15 και 18 ετών και εάν κάποιος ήταν λίγο μεγαλύτερος στην ηλικία, αυτός ήταν και ο ανώτερός τους.

Οι αρχηγοί των τζιχαντιστών εμφανίζονταν μόνο όταν ήθελαν να κοιτάξουν τις γυναίκες».

Την πρώτη ημέρα της σύλληψής τους οι τζιχαντιστές οπλαρχηγοί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τις νεαρές ανύπαντρες κοπέλες. Αυτών η αξία, όπως θα ανακάλυπτε αργότερα, ήταν και η μεγαλύτερη.

Αν και οι μουσουλμάνοι άνδρες δεν πρέπει ποτέ να κοιτάνε κατάματα μια γυναίκα, ή να την περιεργάζονται, οι τζιχαντιστές δεν είχαν τέτοιες ντροπές.

«Αυτή έχει μπλε μάτια, μου αρέσει αυτό», έλεγε ο ένας. «Εγώ θέλω εκείνη με τα καφέ μάτια», απαντούσε ο άλλος.

Σε όποιον άρεσε ένα κορίτσι πήγαινε και έγραφε πάνω της το όνομά του, ώστε να δείξει ότι ήταν δική του.

Όταν ένας τζιχαντιστής ρωτούσε να μάθει το όνομα μιας κοπέλας, εκείνη έπρεπε πρώτα να πει το όνομα του πατέρα της και στη συνέχεια το όνομα και το επώνυμό της.

Την επόμενη ημέρα ένας άνδρας που είχε καλυμμένο το πρόσωπο του ήρθε και άρχισε να φωνάζει ονόματα αιχμαλώτων.

Το πρώτο όνομα που φώναξε ήταν «Μαλίκ», και η Σιρίν σαν το άκουσε πάγωσε από τον φόβο της σαν να ήταν το δικό της όνομα.

«Η Μαλίκ ήταν γειτόνισσά μου και φίλη. Ήταν μικρή στην ηλικία αλλά πολύ γλυκιά και όμορφη. Είχε πρόωρη ανάπτυξη και φαινόταν μεγαλύτερη, αν και ήταν μόλις 12 ετών».

Ο τζιχαντιστής συνέχισε να φωνάζει «Μαλίκ», αλλά η κοπέλα δεν ανταποκρινόταν. Είχε ρίξει τα μαλλιά της στο πρόσωπο και προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από αυτά.

Τότε τη πλησίασε και της απευθύνθηκε στα αραβικά. Εκείνη έκανε ότι δεν καταλάβαινε αραβικά και σήκωσε τους ώμους της.

Το τρομακτικό ήταν ότι ο τζιχαντιστής με την κουκούλα που την έψαχνε δεν ήταν κάποιος ξένος.

Ήταν γείτονάς της που την επιθυμούσε εδώ και καιρό και τώρα είχε την ευκαιρία του να την έχει.

«Φυσικά και μιλάς αραβικά, εξάλλου πήγαινες στο σχολείο μας, έτσι δεν είναι; Και όλοι μας γνωρίζουμε ότι είσαι ένα εξαιρετικά έξυπνο κορίτσι», της είπε.

Το επόμενο κορίτσι που επιλέχθηκε ήταν μια 19χρονη, που όλο το χωριό είχε να λέει για την ομορφιά της.

«Είχε δέρμα λευκό σαν χιόνι και επιδερμίδα απαλή σαν γάλα και όμορφα μακριά μαύρα μαλλιά. Τους ακολούθησε με σκυμμένο το κεφάλι».

Εκείνη την ημέρα οι τζιχαντιστές πήραν 9 κορίτσια. Οι μανάδες τους έκλαιγαν και ικέτευαν τους βαρβάρους να μην τους πάρουν τις κόρες. «Εικόνες που δεν θέλω ποτέ ξανά στη ζωή μου να δω, να ζήσω», λέει η Σιρίν.

Ένας τζιχαντιστής είπε στις μανάδες να μην ανησυχούν. «Θα τους διδάξουμε το Κοράνι και θα τις φέρουμε πίσω», είπε.

Στις γυναίκες που ρώταγαν τι απέγιναν οι άνδρες και οι ενήλικοι γιοι τους, οι τζιχαντιστές απαντούσαν ότι όλοι είχαν εξισλαμιστεί και ότι σύντομα θα έσμιγαν ξανά, όταν θα ήταν όλοι πλέον μουσουλμάνοι.

«Ο Θεός είναι μεγάλος και ελεήμων», έλεγαν. Φυσικά και ψεύδονταν. Οι περισσότεροι άνδρες είχαν σφαχτεί, μαζί και τα αγόρια που ήταν σε ηλικία ικανή να κρατήσουν όπλο.

Η Σιρίν περιέγραψε και πώς της φέρθηκε ο άνδρας που την αγόρασε από το σκλαβοπάζαρο.

«Με χτύπησε. Ο σκοπός του βασανιστηρίου ήταν να κάμψει τις αντιστάσεις μου. Με άφησε νηστική και διψασμένη. Τις νύχτες κοιμόμουν δίχως κουβέρτα. Τον μισούσα, όταν με κοιτούσε με τα θολά πράσινα μάτια του, όταν ανέβαινε πάνω μου. Προσπάθησα να του αντισταθώ αλλά ήμουν τόσο αδύναμη που δεν μπορούσα. Βρομούσε ολόκληρος, δεν υπάρχει μυρωδιά για να παρομοιάσω πώς μύριζε».

Ο τζιχαντιστής της επέτρεπε να φορά ρούχα στην κρεβατοκάμαρα. Αλλά όταν κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι έπρεπε να είναι γυμνή.

Της έδινε να πίνει χάπια δίχως να έχει φάει τίποτα προηγουμένως. Η Σιρίν θεωρεί ότι της έδινε ηρεμιστικά για να την ελέγχει.

Εκείνες τις ημέρες τη βίαζε συνεχώς, όποτε του ερχόταν και με όλους τους τρόπους. Είχε εξάλλου μια γυμνή σκλάβα να περιφέρεται γύρω του.

Ένα βράδυ τη ξύπνησε και της είπε ότι έπρεπε να φύγουν. Εκείνη δεν μπορούσε να σταθεί από την αδυναμία και την κακοποίηση στα πόδια της. Την πήρε ο ύπνος και όταν ξύπνησε ανακάλυψε ότι την είχε επιστρέψει πίσω στον χώρο όπου φύλαγαν τις ερωτικές σκλάβες.

Οι άλλες κοπέλες που κρατούνταν εκεί τη βοήθησαν να πλύνει το αίμα από το πρόσωπό της και φρόντισαν τις πληγές της.

Συνολικά την «πέρασαν» 9 άνδρες. Ο τελευταίος ήταν εκείνος που προσφέρθηκε να την απελευθερώσει.

Το ταξίδι προς την ελευθερία ήταν εκατοντάδες χιλιόμετρα, τα περισσότερα τα περπάτησε πεζή.

Τελικά κατάφερε να βρει ζωντανό τον πατέρα της σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο.

«Ήμουν τόσο ευτυχισμένη όταν είδα τον πατέρα μου. Πήρα το χέρι του και το φίλησα. Εκείνος έπιασε το κεφάλι μου στοργικά με τα δύο του χέρια και με φίλησε στο μέτωπο.

Τα μάτια του ήταν κόκκινα και υγρά πριν με πάρει αγκαλιά. Τον ρώτησα: Μπαμπά είσαι καλά, και έκλαιγα. «Τώρα που σε είδα ξανά είμαι καλά», μου απάντησε».

Η μητέρα της είχε επικοινωνήσει μαζί του. Δεν του είχε πει την αλήθεια ότι τις είχαν κάνει ερωτικές σκλάβες, αλλά ότι δούλευε ως υπηρέτρια στο σπίτι ενός σουνίτη μουσουλμάνου.

«Ακόμα και σήμερα δεν του έχω πει ότι πλέον δεν είμαι παρθένα. Δεν είμαι βέβαιη εάν το ξέρει, ή εάν δεν θέλει να ξέρει».                   ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ      ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: