Η Πορτογαλία έκλεισε με τιμή περίπου 8,1 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η Ελλάδα άγγιξε τα 87 ευρώ
Τον Φεβρουάριο του 2026, η Πορτογαλία επιβεβαίωσε στην πράξη πως η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να είναι ταυτόχρονα πράσινη, φθηνή και ασφαλής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ηλεκτροπαραγωγής της, το 77,4% της ενέργειας προήλθε από ανανεώσιμες πηγές, ενώ μόλις το 22,6% από ορυκτά καύσιμα. Το πιο ουσιαστικό όμως δεν είναι απλώς το υψηλό ποσοστό των ΑΠΕ, αλλά η φύση τους.
Σχεδόν το ένα τρίτο της παραγωγής καλύφθηκε από υδροηλεκτρικά έργα και βιομάζα δηλαδή από πηγές που μπορούν να παρέχουν σταθερή και ελεγχόμενη ισχύ, ανεξάρτητα από τον καιρό. Αντίθετα, στην Ελλάδα την ίδια περίοδο η βιομάζα ήταν πρακτικά ανύπαρκτη, η αντλησιοταμίευση δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή και τα υδροηλεκτρικά κάλυψαν περίπου το 18%, με αποτέλεσμα τα ορυκτά καύσιμα να φτάνουν στο 41% της παραγωγής. (φωτό 1 και 2).


Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική όταν απομονώσουμε τις πηγές που προσφέρουν πραγματική ενεργειακή ασφάλεια. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία βρίσκονται σε παρόμοια επίπεδα ως προς τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά. Όμως αυτές οι τεχνολογίες, όσο απαραίτητες κι αν είναι για την πράσινη μετάβαση, δεν μπορούν από μόνες τους να καλύψουν σταθερά τη ζήτηση, καθώς εξαρτώνται από τον άνεμο και την ηλιοφάνεια, άρα διακινδυνεύεται η ενεργειακή ασφάλιεα..
Αντίθετα, τα υδροηλεκτρικά έργα, η αντλησιοταμίευση και η βιομάζα μπορούν να λειτουργούν με προβλεψιμότητα, όπως οι συμβατικές μονάδες παραγωγής. Σε άλλες χώρες, όπως η Ισλανδία, αυτόν τον ρόλο παίζει και η γεωθερμία. Αυτές οι πηγές αποτελούν το θεμέλιο ενός ανθεκτικού ενεργειακού συστήματος, καθώς δεν παράγουν μόνο καθαρή ενέργεια αλλά και σταθερό φορτίο. Η διαφορά στρατηγικής αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Τον ίδιο μήνα, η Πορτογαλία έκλεισε με τιμή περίπου 8,1 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η Ελλάδα άγγιξε τα 87 ευρώ. (Φωτό 3 και 4)


Σύγκριση Ελλάδας και Πορτογαλίας
Πρόκειται για μια τεράστια απόκλιση, η οποία δεν οφείλεται στις καιρικές συνθήκες ούτε στη ζήτηση, αλλά στο ενεργειακό μείγμα. Η Πορτογαλία αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό εγχώριους πόρους όπως τα νερά των ποταμών και των ταμιευτήρων, τα οργανικά αστικά και γεωργικά απόβλητα που μετατρέπονται σε βιοκαύσιμα, καθώς και συστήματα αποθήκευσης μέσω υδροηλεκτρικών υποδομών (αντλησιοταμίευση).
Οι πόροι αυτοί είναι ανεξάρτητοι από διεθνείς αγορές, γεωπολιτικές εντάσεις και διακυμάνσεις τιμών καυσίμων. Αντίθετα, η Ελλάδα παραμένει σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένη από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, το οποίο είναι ακριβό και ευάλωτο σε εξωτερικούς παράγοντες. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και με σημαντική ανάπτυξη των ΑΠΕ, η τελική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας επηρεάζεται έντονα από το κόστος του φυσικού αερίου.
Αυτό δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά μόνο την αύξηση των ανανεώσιμων πηγών, αλλά και τη σωστή ισορροπία μεταξύ διαλείπουσας και σταθερής παραγωγής ακόμα και στις ανανεώσιμεςπηγές. Η Ελλάδα διαθέτει σχεδόν όλους τους φυσικούς πόρους που αξιοποιεί η Πορτογαλία. Έχει υδάτινο δυναμικό, γεωργικά και οργανικά απόβλητα που μπορούν να μετατραπούν σε ενέργεια και σημαντικά γεωθερμικά πεδία. Η διαφορά δεν βρίσκεται στη φύση, αλλά στις επιλογές.
Εκεί όπου η Πορτογαλία επένδυσε σε αποθήκευση και σταθερές ανανεώσιμες πηγές, η Ελλάδα βασίστηκε περισσότερο σε εισαγόμενα καύσιμα και σε τεχνολογίες που χρειάζονται υποστήριξη για να καλύψουν τη ζήτηση. Το πορτογαλικό μοντέλο αποδεικνύει ότι η πράσινη ενέργεια μπορεί να είναι ταυτόχρονα οικονομική και ασφαλής όταν στηρίζεται σε εγχώριες, ελεγχόμενες πηγές σταθερής βάσης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Το ερώτημα είναι αν θα επιλέξει να το κάνει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου