Σαν σήμερα, στις 13 Απριλίου 1943, στο δάσος Κατίν της Ρωσίας ανακαλύπτονται ομαδικοί τάφοι χιλιάδων Πολωνών Σύμφωνα
με τον αυτόπτη μάρτυρα του στρατοπέδου συγκέντρωσης Οστασκόφ, Ντμίτρι
Τοκάρεφ, εκτελούνταν μέσα στη νύχτα σε ομάδες των 250 ατόμων, από
περίπου 30 μέλη της NKVD.
Τον Αύγουστο του 1939
υπογράφεται το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης ή αλλιώς Σύμφωνο
Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Μια εβδομάδα αργότερα, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η
Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία, ξεκινώντας έτσι τον Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο.
Στις 17 Σεπτεμβρίου οι Σοβιετικοί
επιτίθενται με τη σειρά τους και καταλαμβάνουν το 52% της Πολωνίας,
υλοποιώντας το μυστικό πρωτόκολλο που συνόδευε το Σύμφωνο και προέβλεπε
–μεταξύ άλλων– και τον διαμελισμό της χώρας. Χιλιάδες Πολωνοί καταλήγουν
αιχμάλωτοι πολέμου είτε των Ναζί είτε των Σοβιετικών.
Στις 22 Ιουνίου του 1941 η Γερμανία
εισβάλλει στα σοβιετικά εδάφη, παραβιάζοντας τη συμφωνία συνεργασίας και
ουδετερότητας μεταξύ των δύο χωρών.
Στις 13 Απριλίου 1943, στο δάσος Κατίν
της Ρωσίας, κοντά στο ομώνυμο χωριό, οι Ναζί ανακαλύπτουν ομαδικούς
τάφους Πολωνών αξιωματικών και πολιτών. Οι νεκροί ήταν περίπου 4.000 και
όπως επρόκειτο να αποκαλυφθεί στη συνέχεια, τα θύματα της
επονομαζόμενης «σφαγής του Κατίν» ήταν περισσότερα από 20.000.
Η κυβέρνηση των Ναζί χαρακτηρίζει την
ομαδική εκτέλεση ως σοβιετικό έγκλημα πολέμου και υποστηρίζει ότι τη
διαταγή για την πραγματοποίησή του έδωσε ο ίδιος ο Στάλιν. Οι Σοβιετικοί
από την πλευρά τους αρνούνται τις κατηγορίες, λέγοντας πως πρόκειται
για θύματα των Γερμανών.
Ενδιαφέρον έχει πως δεν δόθηκαν ποτέ
απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα όπως τα σχετικά με τον βαρύ,
χειμωνιάτικο και σε άψογη κατάσταση ρουχισμό των θυμάτων, τα οποία
σύμφωνα με το Πόρισμα εκτελέστηκαν καλοκαίρι, μετά από παραμονή σε
στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που δεν προσδιορίζονται.
Οι Ναζί συγκροτούν διεθνή δωδεκαμελή
επιτροπή που αποτελείται από γιατρούς, ιατροδικαστές και εγκληματολόγους
–από σύμμαχες ή κατεχόμενες χώρες– για να εξετάσει τα πτώματα και να
επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς τους, καθώς ο Γκέμπελς αποφασίζει να
χρησιμοποιήσει το εύρημα για να κλονίσει την αντιχιτλερική συμμαχία.
Αντιπρόσωποι της ηγεσίας της ΕΣΣΔ και της ναζιστική Γερμανίας κατά την υπογραφή του Συμφώνου μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότωφ.
Το 1944 η Σοβιετική Ένωση
ανακαταλαμβάνει το Κατίν και συστήνει επιτροπή με επικεφαλής τον
ακαδημαϊκό Νικολάι Μπουρντένκο, με σκοπό να διερευνήσει το έγκλημα.
Σύμφωνα με το Πόρισμα Μπουρντένκο, οι
εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1941,
όταν την περιοχή είχαν πλέον καταλάβει οι Ναζί. Ως βασικό αποδεικτικό
στοιχείο της ενοχής τους θεωρήθηκε το γεγονός ότι οι σφαίρες με τις
οποίες εκτελέστηκαν τα θύματα ήταν γερμανικές.
Κατά τη διάρκεια της Δίκης της
Νυρεμβέργης, οι Σοβιετικοί κατέβαλαν προσπάθειες να γίνουν αποδεκτά τα
συμπεράσματα του Πορίσματος Μπουρντένκο από το Διεθνές Δικαστήριο, το
οποίο όμως τα απέρριψε, εξαιτίας της ελλιπούς τους τεκμηρίωσης.
Ενδιαφέρον έχει πως δεν δόθηκαν ποτέ
απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα όπως τα σχετικά με τον βαρύ,
χειμωνιάτικο και σε άψογη κατάσταση ρουχισμό των θυμάτων, τα οποία
σύμφωνα με το Πόρισμα εκτελέστηκαν καλοκαίρι, μετά από παραμονή σε
στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που δεν προσδιορίζονται.
Η ενοχή των Ναζί για τη σφαγή του Κατίν
θεωρούνταν δεδομένη για μισό αιώνα, παρά τις αντιφάσεις του Πορίσματος
Μπουρντένκο αλλά και τις μνήμες των Πολωνών, που έρχονταν σε αντίθεση με
τα σχολικά βιβλία της ιστορίας που διδάσκονταν τα παιδιά τους.
Το 1989 αποχαρακτηρίζονται στην ΕΣΣΔ μια
σειρά από δημόσια έγγραφα και το περιεχόμενό τους θα οδηγήσει τον
Μιχαήλ Γκορμπατσόφ να ζητήσει, στις 13 Οκτωβρίου 1990, μια «βαθιά
συγγνώμη» από τον πολωνικό λαό.
Το κείμενο της πρότασης του Λαβρέντι Μπέρια προς τον Ιωσήφ Στάλιν για την μαζική εκτέλεση Πολωνών αξιωματικών,
Το 1992 ο Μπορίς Γέλτσιν παραδίδει στον
Πολωνό πρόεδρο, Λεχ Βαλέσα, τρία έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η σφαγή
του Κατίν είναι έργο των Σοβιετικών: ένα, υπογεγραμμένο από τον Ιωσήφ
Στάλιν, κείμενο του Επικεφαλής της Εθνικής Ασφάλειας (NKVD), Λαβρέντι
Μπέρια, με το οποίο πρότεινε την εκτέλεση 25.700 Πολωνών, ένα απόσπασμα
από τη διαταγή του Πολιτικού Γραφείου, στις 5 Μαρτίου 1940, για την
εκτέλεση και, τέλος, ένα σημείωμα του επικεφαλής της Κα Γκε Μπε,
Σελέπιν, προς τον Νικίτα Χρουστσόφ, σχετικά με την εκτέλεση 21.857
Πολωνών και την ανάγκη καταστροφής των σχετικών εγγράφων.
Η ιστορία του Κατίν αρχίζει σιγά σιγά να
ξεκαθαρίζει. Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο
του 1939 συνέλαβαν περίπου 140.000 άτομα.
Εν τέλει, παρέμειναν ως αιχμάλωτοι
πολέμου στα στρατόπεδα Κοζέλσκ, Οστασκόφ και Στάρομπελσκ περίπου 15.000
αξιωματικοί, οι οποίοι αποτελούσαν την πνευματική και πολιτική ελίτ της
χώρας.
«Δεδομένου ότι όλοι αυτοί είναι
αδιόρθωτοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας, το NKVD της ΕΣΣΔ θεωρεί
αναγκαίο: Να εξεταστούν κατ’ εξαίρεση και με εφαρμογή της εσχάτης των
ποινών, δια τυφεκισμού» θα γράψει ο Λαβρέντι Μπέρια, σφραγίζοντας τη
μοίρα τους.
Πιστεύοντας ότι πρόκειται να τους
αφήσουν ελεύθερους –ώστε να μην υπάρχουν εντάσεις– οι μελλοθάνατοι
οδηγούνταν στους τόπους εκτελέσεων με τρένο. Δεμένους πισθάγκωνα,
φιμωμένους με πριονίδια, τους περίμενε μια σφαίρα στον αυχένα κι ένας
κοινός τάφος.
Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα του
στρατοπέδου συγκέντρωσης Οστασκόφ, Ντμίτρι Τοκάρεφ, εκτελούνταν μέσα στη
νύχτα σε ομάδες των 250 ατόμων, από περίπου 30 μέλη της NKVD.
Ορισμένοι από τους μαζικούς τάφους της περιοχής
Οι οικογένειες των δολοφονημένων
εκτοπίστηκαν στο Καζακστάν, χωρίς ποτέ να ενημερωθούν για την τύχη τους,
ενώ καμία σχετική απάντηση δεν δόθηκε από τη Μόσχα στις ερωτήσεις της
εξόριστης στο Λονδίνο πολωνικής κυβέρνησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με
έγγραφα από τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ, Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ γνώριζαν την
αλήθεια, προτίμησαν, ωστόσο, να την αποσιωπήσουν, επιρρίπτοντας την
ευθύνη για το έγκλημα στους Ναζί.
Τον Απρίλιο του 2010, ο Βλαντιμίρ Πούτιν
αναγνώρισε επίσημα τη σοβιετική ενοχή, ενώ με εντολή του Ρώσου προέδρου
Ντμίτρι Μεντβιέντεφ τα ρωσικά Κρατικά Αρχεία έδωσαν στη δημοσιότητα
επτά από τα σημαντικότερα έγγραφα που τεκμηριώνουν την αλήθεια για τη
σφαγή του Κατίν. Λίγους μήνες αργότερα, θα παραδοθούν στην πολωνική
κυβέρνηση 20 τόμοι με στοιχεία για το αποτρόπαιο έγκλημα.
Το Νοέμβριο του 2010, η ρωσική Κάτω
Βουλή (Δούμα) εξέδωσε ψήφισμα –που καταψηφίστηκε από τους κομμουνιστές–
με το οποίο αναγνώριζε ότι η σφαγή στο Κατίν χιλιάδων Πολωνών
στρατιωτικών από τη NKVD είναι έγκλημα που διέταξε ο Ιωσήφ Στάλιν.
Αξίζει
να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με έγγραφα από τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ,
Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ γνώριζαν την αλήθεια, προτίμησαν, ωστόσο, να την
αποσιωπήσουν, επιρρίπτοντας την ευθύνη για το έγκλημα στους Ναζί.
Ωστόσο, ο μη χαρακτηρισμός του ως
γενοκτονίας ή εγκλήματος πολέμου εμπόδισε να κινηθούν από την πολωνική
κυβέρνηση και τους συγγενείς των θυμάτων νομικές διαδικασίες κατά τυχόν
επιζώντων υπαιτίων.
Στην απόφαση αναφέρονται τα εξής:
«Τα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα,
τα οποία είχαν παραμείνει επί πολλά χρόνια στα μυστικά αρχεία,
αποκαλύπτουν το μέγεθος της φοβερής αυτής τραγωδίας, αλλά επιβεβαιώνουν
επίσης ότι το έγκλημα του Κατίν διαπράχθηκε με προσωπική διαταγή του
Στάλιν και άλλων μελών της σοβιετικής ηγεσίας…».
«Η ευθύνη για το έγκλημα αυτό
καταλογίσθηκε από τη σοβιετική προπαγάνδα στους Ναζί εγκληματίες,
γεγονός που προκάλεσε την οργή, την πίκρα και τη δυσπιστία του πολωνικού
λαού».
«Το ρωσικό Κοινοβούλιο εκφράζει τη βαθιά
του συμπάθεια προς όλα τα θύματα της αδικαιολόγητης αυτής πράξης, στις
οικογένειες και τους συγγενείς τους».
Τον Απρίλιο του 1943 ανακαλύφθηκε από Γερμανούς στρατιώτες ένας ομαδικός
τάφος Πολωνών αξιωματικών, κοντά στο χωριό Κατίν της Ρωσίας. Τα θύματα
ξεπερνούσαν τις 4.000. Ήταν η πρώτη δημόσια αναφορά στη σφαγή του Κατίν,
η οποία είχε συνολικά περισσότερα από 20.000 θύματα. Με ανακοίνωσή της,
η κυβέρνηση των Ναζί υπέδειξε τους Ρώσους ως υπαίτιους για την ομαδική
θανάτωση των Πολωνών και τη χαρακτήρισε σοβιετικό έγκλημα πολέμου.
Μάλιστα η ευθύνη αποδόθηκε προσωπικά στον Στάλιν, καθώς οι Γερμανοί
υποστήριξαν ότι αυτός διέταξε το μακελειό. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν τις
κατηγορίες και έριξαν την ευθύνη στους Γερμανούς.
Οι ανασκαφές των Γερμανών στην περιοχή του Κατίν, έφεραν στο φως τη
μεγάλη σφαγή Η ιστορία της κατεχόμενης Πολωνίας Γερμανοί και Σοβιετικοί
είχαν υπογράψει συμφωνία το 1939 με την οποία εισέβαλαν στην Πολωνία, τη
χώρισαν στα δύο και την κατέλαβαν. Χιλιάδες Πολωνοί κατέληξαν
αιχμάλωτοι είτε των Ναζί είτε των Σοβιετικών. Το καλοκαίρι του 1941
όμως, η Γερμανία εισέβαλε στα εδάφη της Πολωνίας, που κατείχε η
Σοβιετική Ένωση και τα κατέλαβε. Το 1943 με την ανακάλυψη των ομαδικών
τάφων, οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν τη σφαγή του Κατίν για να
προπαγανδίσουν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Φυσικά απέκρυψαν ότι οι
Ναζί θεωρούσαν τους Πολωνούς κατώτερα όντα, προορισμένα για υπηρέτες της
άριας φυλής. Πάντως οι Πολωνοί αντιμετώπιζαν τους Ρώσους εχθρικά, καθώς
στο παρελθόν είχαν επέμβει αρκετές φορές στην πολιτική της χώρας τους.
Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ήθελαν την Πολωνία στη σφαίρα επιρροής
τους και έβλεπαν τους Πολωνούς αξιωματικούς που προέρχονταν από την
αριστοκρατία, με ταξικό μίσος. Η έχθρα εξυπηρετούσε τους ισχυρισμούς των
Γερμανών ότι πίσω από τη σφαγή του Κατίν βρίσκονταν οι Σοβιετικοί και ο
ίδιος ο Στάλιν. Οι εκπρόσωποι των Ναζί συγκρότησαν ειδική επιτροπή για
να μελετήσει τα πτώματα και να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς τους. Η
σφαγή Η απόφαση για την σφαγή των Πολωνών αιχμαλώτων λήφθηκε στις 5
Μαρτίου του 1940, όπως μαρτυρά έγγραφο που εστάλη στον Στάλιν από τον
Μπέρια, που ήταν ο επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας της Ρωσίας ΝΚVD.
Οι μελλοθάνατοι οδηγούνταν στους τόπους εκτελέσεων με τρένο. Τα μέλη της
NKVD έλεγαν ψέμματα στους αιχμαλώτους ότι θα τους άφηναν ελεύθερους να
επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ήταν ένα τρικ για να αποφύγουν τις
εντάσεις. Όταν το τρένο έφτανε οι Πολωνοί φιμώνονταν με πριονίδια και
οδηγούνταν δεμένοι με τα χέρια στην πλάτη, στον τόπο της εκτέλεσης.
Αυτόπτης μάρτυρας του στρατοπέδου συγκέντρωσης Οστασκόφ, υποστήριξε ότι
οι μελλοθάνατοι χωρίζονταν σε ομάδες των 250 ατόμων και εκτελούνταν από
30 μέλη της μυστικής σοβιετικής υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Οι Πολωνοί εκτελούνταν από μέλη της NVDK ανά ομάδες των 250 Μετά από
σχεδόν 50 χρόνια, οι Σοβιετικοί παραδέχτηκαν τη σφαγή Από τη στιγμή που
ήρθαν στο φως οι ομαδικοί τάφοι των Πολωνών αξιωματικών, Γερμανία και
Σοβιετική Ένωση αντάλλασσαν συνεχώς κατηγορίες μεταξύ τους. Μέχρι το
τέλος της δεκαετίας του ’80 οι Σοβιετικοί αρνούνταν τη συμμετοχή τους
στη σφαγή του Κατίν. Το 1992 αποκαλύφθηκε από Ρώσους, επίσημο έγγραφο με
την υπογραφή του Στάλιν για τη σφαγή του Κατίν Το 1989 όμως, ερευνητές
από τη Ρωσία απέδειξαν ότι πραγματικά ο Στάλιν είχε δώσει την εντολή για
την ομαδική θανάτωση των Πολωνών. Έτσι ένα χρόνο μετά, ο Μιχαήλ
Γκορμπατσόφ παραδέχτηκε ότι υπεύθυνη για τη σφαγή ήταν η NKVD και
εξέφρασε τη «βαθιά συγγνώμη» της Ρωσίας.
Το 1992 ο Μπορίς Γέλτσιν εμφάνισε στον Πολωνό ομόλογό του επίσημα
αποδεικτικά στοιχεία για την ενοχή της Ρωσίας ως προς τη σφαγή του
Κατίν. Τα έγγραφα ήταν : Ένα κείμενο του Μπέρια στο οποίο πρότεινε την
εκτέλεση 25.700 Πολωνών και φέρει υπογραφή και του Ιωσήφ Στάλιν, ένα
απόσπασμα από τη διαταγή του Πολιτικού Γραφείου για την εκτέλεση και ένα
σημείωμα του επικεφαλής της Κα Γκε Μπε, Σελέπιν, προς τον Νικίτα
Χρουστσόφ, σχετικά με την εκτέλεση 21.857 Πολωνών και την ανάγκη
καταστροφής των σχετικών εγγράφων. Παρά την αποδοχή των κατηγοριών από
πλευράς Ρωσίας και παρά τα περισσότερα από 20.000 θύματα, η σφαγή του
Κατίν δε συγκαταλέγεται στα εγκλήματα πολέμου και τις γενοκτονίες....
Πρόκειται για τη μαζική δολοφονία 22.000 Πολωνών αξιωματικών,
αστυνομικών και πολιτικών αιχμαλώτων πολέμου από τη Σοβιετική NKVD. Η
δολοφονία έγινε στις 5 Μαρτίου 1940 στο δάσος κοντά στο χωριό Katyn της
Ρωσίας αφού προηγουμένως είχε εγκριθεί από το Σοβιετικό συμβούλιο και
τον ίδιο τον Στάλιν. Ταυτόχρονα με αυτή την μαζική δολοφονία, εκτελέσεις
έγιναν την ίδια μέρα σε φυλακές στο Kharkov, τη Μόσχα και άλλες πόλεις
Κατά την εισβολή των Σοβιετικών στη Πολωνία στην αρχή του πολέμου, πάνω
από 300.000 Πολωνοί έγιναν αιχμάλωτοι πολέμου. Από αυτούς, οι 125.000
παραδόθηκαν στη Σοβιετική μυστική υπηρεσία NKVD, από τους οποίους οι
περισσότεροι ελευθερώθηκαν άμεσα καθώς υπηρετούσαν στον Πολωνικό στρατό
αλλά ήταν άλλης εθνικότητας, ενώ κρατήθηκαν 43.000, αυτοί που ήταν
γεννημένοι στη Πολωνία, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων
σε διάφορες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης
Οι μαζικοί τάφοι ανακαλύφθηκαν και η ύπαρξή τους κοινοποιήθηκε από τους
Γερμανούς το 1943, όταν Γερμανοί στρατιώτες ανακάλυψαν τον πρώτο μαζικό
τάφο σε έναν λόφο του δάσους του Katyn με 4.243 Πολωνούς. Οι Γερμανοί
είχαν καταφέρει να αποκαλύψουν τη σκοτεινή πλευρά της Σοβιετικής
κυβέρνησης και το στοιχείο αυτό χρησιμοποιήθηκε ως προπαγάνδα για να
διαταραχθούν οι σχέσεις Πολωνών, Σοβιετικών και Συμμάχων. Η Σοβιετική
Ένωση αρνήθηκε τη σχέση με το μακελειό και υποστήριξε οτι η εκτέλεση
έγινε από τους Γερμανούς τον Αύγουστο του 1942 κατά την κατοχή της
περιοχής από τους Γερμανούς. Ωστόσο, Γερμανοί ειδικοί και διεθνής
επιτροπή που επισκέφτηκαν το Katyn κατέληξαν πως το περιστατικό έγινε
στην αρχή του 1940, όταν η περιοχή ήταν ακόμα στον έλεγχο των Σοβιετικών
Δύσκολη ήταν επίσης η θέση των Συμμάχων καθώς αναγνώρισαν την ευθύνη των
Σοβιετικών για το περιστατικό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελαν να
διαταράξουν τις σχέσεις τους με τον γίγαντα σύμμαχό τους, τη Σοβιετική
Ένωση
Η Σοβιετική Ένωση μέχρι το 1989 αρνούνταν την ευθύνη του μακελειού. Το
1989 Σοβιετικοί ερευνητές αποκάλυψαν οτι όντως ο Στάλιν είχε διατάξει το
μακελειό. Την επόμενη χρονιά, το 1990, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ παραδέχθηκε
οτι ήταν έργο της NKVD και επιβεβαίωσε άλλα δύο σημεία μαζικών τάφων
στο Mednoye και στο Piatykhatky. Η Σοβιετική Ένωση αποδέχτηκε επίσημα το
γεγονός και εξέφρασε τη "βαθιά συγνώμη" της. Ωστόσο το περιστατικό δεν
έχει δικαστεί ωςέγκλημα πολέμου ή γενοκτονία μέχρι σήμερα
To Μακελειό του Katyn δεν πρέπει να συγχέεται με μια άλλη επίσης σφαγή
που συνέβη στη Σοβιετική Ένωση το 1943, αυτή φορά από τους Ναζί.
Πρόκειται για το περιστατικό του χωριού Khatyn στη Λευκορωσία, όπου οι
Γερμανοί έκαψαν το χωριό μαζί με τους κατοίκους του. Τα δύο ονόματα
μοιάζουν ή/και προφέρονται το ίδιο σε μερικές γλώσσες, ωστόσο αφορούν
διαφορετικά περιστατικά