Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

ΜΕΤΑΞΑΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ



   Ἐπιμελῶς παρακολουθεῖ τήν μικρασιατικήν ἐκστρατείαν. Εἶναι βέβαιος γιά ὅσα θά συμβοῦν. «Καλῶς ὑπελόγιζα ἀπό τοῦ 1914 τόν χειμῶνα», σημειώνει τήν 15ην Φεβρουαρίου 1921. Ἕχει καθαράς ἀπόψεις, πού τάς ὑπεστήριζε πάντα μέ συνέπειαν. Πιστεύει ὅτι δέν μποροῦμε νά καταστρέψωμε τό τουρκικόν κράτος. Προχωροῦντες ἐντός τῆς Τουρκίας κινδυνεύομεν ἀπό τούς Βούλγαρους. Ἡ πολιτική μας πρέπει νά εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς Θράκης, τῶν νήσων καί τῆς Σμύρνης. Να συμπτυχθῶμεν, νά ὀργανωθώμεν ἰσχυρῶς εἰς τάς θέσεις τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν καί νά ἀφήσωμε τούς Τούρκους ἡσύχους. Νά καταστῶμεν ὅμως δυνατοί καί μποροῦμε νά γίνωμεν τόσον δυνατοί, ὥστε νά μήν μποροῦν οἱ Τοῦρκοι νά μᾶς ἐκδιώξουν ἀπό τάς Ἑλληνικάς ἐπαρχίας. Αὐτό θά ἦτο τό πρῶτον βῆμα. Καί τό δεύτερο θά τό πραγματοποιούσαμε ἀργότερον. Ἀφοῦ ἑδραιωνόμεθα εἰς τάς ἀπελευθερωμένας ἐπαρχίας, θά ἐφροντίζαμε διά τήν συντήρησιν καί ἀνάπτυξιν τῶν προεκτάσεων τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἐντός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Κατόπιν καί κυρίως μέ τήν πνευματικήν μας καί οἰκονομικήν μας ὑπεροχήν θά ἐπιβαλώμεθα εἰς τούς βαρβάρους Τούρκους.

   Οὕτω, μέ πολεμικούς καί εἰρηνικούς συνδυασμούς, θά ἐπετυγχάναμεν τήν ἱστορικήν πορεία τῆς φυλῆς πρός τήν Αὐτοκρατορίαν. Μιά γενική ἐκστρατεία ὑποδουλώσεως τῶν Τούρκων συνολικῶς καί διά μιᾶς ἦτο ἀκατόρθωτος, διότι θά ἐξήγειρε τόν τουρκικόν ἐθνικισμόν, ἐνῷ παραλλήλως τό Ἑλληνικόν κράτος δέν διέθετε πλήθη στρατευμάτων διά τήν κατάκτησιν τῆς ἀχανοῦς χώρας καί διά τήν φρούρησιν τῶν βορείων συνόρων.
Ἡ νικηφόρος ἐκστρατεία ἐκμηδενίσεως τῶν Τούρκων, ἀορίστως εἶναι δυνατή. Ἀλλά ἐκείνην τήν ἐποχήν, κάτω ἀπό ἐκείνας τάς συγκεκριμένας περιστάσεις, ἦτο ἀδύνατος. Καί ὁ Μεταξᾶς, ὡς ἄνθρωπος τοῦ πραγματικοῦ καί ὄχι τοῦ ἐπιθυμητοῦ ἔλαβε ἀπό τό 1914 ἤδη, τήν προαναφερομένην τοποθέτησίν του.

   Τήν 25ην Μαρτίου 1921 ὁ Μεταξᾶς συναντᾶται, εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Πρωτοπαπαδάκη, μέ τόν Γούναρη. Εἶναι παρόντες ὁ Θεοτόκης καί ὁ Ἑξαδάκτυλος. Μεταξύ των διεξάγεται δραματική συζήτησις. Προσπαθοῦν νά πείσουν τόν Μεταξᾶ νά ἀναλάβη τό ἐπιτελεῖον, νά γίνη ἀρχιστράτηγπος. Τόν παρακαλοῦν, τόν ἀπειλοῦν. Ἡ συζήτησις διήρκησεν ἀπό τάς 10 τό βράδυ μέχρι τάς 3.30 τό πρωΐ. Ὁ Μεταξᾶς εἶναι ἀνένδοτος: «Δέν θά ἀναλάβω ποτέ ὑπηρεσίαν, ἐάν δέν εἶμαι σύμφωνος μέ τό ἔργον πού θά διεξαχθῆ». Ἄν τόν ἀνακαλέσουν εἰς τόν στρατό, θά λάβη βεβαίως μέρος εἰς τόν πόλεμο ὡς διοικητής ὁποιασδήποτε μαχίμου μονάδας, ποτέ ὅμως ὡς Ἀρχηγός τοῦ Ἐπιτελείου. Ἡ συνομιλία '΄εξελίχθη κατά γνήσιον Ἑλληνικόν τρόπον: Με φωνασκίας καί γρόνθους ἐπί τῆς τραπέζης. Ἠγέρθησαν τελικῶς καί ἐχώρισαν θυμωμένοι. Αἱ σοφαί συμβουλαί τοῦ Μεταξᾶ δέν εἰσακούσθησαν. Ἄν τοῦ ἔδιδον τήν στρατιωτικήν ἐξουσίαν διά νά λύση το μικρασιατικόν πρόβλημα, ἄλλη θά ἦτο ἡ ὄψις τῆς Εὐρώπης, ἴσως καί τοῦ κόσμου.

   Ἐπί τόσα ἔτη ἐπιστρατευομένοι οἱ Ἕλληνες, ἀποδεικνύουν πόσο ἀξίζουν. Διχασμένοι καί μέ τάς πλέον δυσμενεῖς προϋποθέσεις, θά ξεκινήσουν διά τήν «Κόκκινη Μηλιά». Μόνοι ἐναντίον ὅλων. Μέ κυβερνήσεις πού ἤλλαζαν, μέ ἐσωτερικήν ἀναρχίαν, ἄνευ ἐφεδρειῶν, ἄνευ σχεδίων, μέ διχόνοιαν, ἐπῆραν τόν ἀνήφορον τῆς δόξης καί τῆς συμφορᾶς.

   Ὁ τραγικός Βασιλεύς Κωνσταντῖνος, ἀσθενής, ἀναχωρεῖ τήν 29ην Μαΐου διά τό Μέτωπον. Ἡ παρουσία του ἐμπνέει, ἐνθουσιάζει. Καί οὕτω, μέ πατριωτικά θούρια, τήν τελευταίαν ἑβδομάδα τοῦ Ἰουνίου, ἡ Στρατιά θά καταλάβη ἡρωϊκῶς τήν γραμμήν Ἐσκῆ Σεχίρ – Κιουτάχεια – Ἀφιόν Καραχισάρ. Ἀπό τήν Κιουτάχεια ἀποφασίζουν νά προελάσουν πρός τήν Ἄγκυρα. Εἰς τόν Κωνσταντῖνον, λείψανον τοῦ ἑαυτοῦ του, θά φορτώσουν τόν Σταυρόν τῆς εὐθύνης. Ὅλον τόν Αὔγουστον σχεδόν, ἡ Στρατιά προχωρεῖ μαχομένη, ἀποκρούσασα λυσσαλέας ἐπιθέσεις καί νικώσα. Εἰς τόν Σαγγάριον ἤστραψε ἡ πολεμική ἀρετή τῶν Ἑλλήνων.

Οἱ γενναῖοι στρατιῶται θά διασχίσουν σέ ἐννέα ἡμέρας τήν φοβεράν Ἁλμυράν Ἔρημον.

Εἰς τήν ἐπικήν των πορείαν συντρίβουν ὠχυρωμένας θέσεις καί προχωροῦν, μέχρις ὅτου ἡ άνάξια ἡγεσία τους δειλιάση καί διατάξη ὑποχώρησιν. Τριάντα χιλιάδας Ἑλληνόπουλα θά πεθάνουν εἰς ἀφιλόξενον γῆν, ἐνῶ ὁ Κωνσταντῖνος θά ἐπιστρέψη εἰς τάς Ἀθήνας μέ τό πλοῖον «Κωνσταντινούπολις».

   Οἱ Ἀγγλογάλλοι, οἱ Ἰταλοί καί οἱ Ρῶσοι μπολσεβῖκοι συνεχίζουν νά ἐνισχύουν τόν Κεμάλ. Ὁ Στρατός μας, πού εἶχεν ὑποχωρήσει καί ὤφειλε νά καλύπτη μέτωπον 800 περίπου χιλιομέτρων, εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Οἱ βουλευταί μεταθέτουν τούς γνωστούς τους, οϊ ἀπατεῶνες ἐμπορεύονται τά στρατιωτικά εἴδη, φυγόστρατοι καί λιποτάκται περιφέρονται παντοῦ, ἐνῷ ὁ πρωθυπουργός τῆς χώρας (Δημ. Γούναρης) 
ματαίως, ἐπί μήνας, τρέχει εἰς τάς εὐρωπαϊκάς πρωτεύουσας διά ταπεινωτικήν εἰρήνην. Ἀλλάζουν τόν ἀρχιστράτηγο Παπούλαν, ὑπεύθυνον τοῦ χάους, καί εἰς τήν θέσιν του τοποθετοῦν ἕνα τίμιο ἄνδρα, τόν στρατηγόν Χατζηανέστην, πού ματαίως προσπαθεῖ νά περισώση τόν στρατόν. Ἀλλάζουν καί στελέχη – νοοτροπία μόνον δέν ἀλλάζουν – καί ἔτσι ὁ Κεμάλ μέ μίαν ἐπίθεσιν εἰς τό Ἀφιόν Καραχισάρ διαλύει τά πάντα, εἰσέρχεται εἰς τήν Σμύρνην καί τήν πυρπολεῖ, ἐνῷ οἱ Σύμμαχοι βλέπουν ἀπό τά ἀραγμένα εἰς τόν λιμένα πολεμικά των, τό κάψιμο ἑνός πολιτισμοῦ πού τούς ἐφώτισεν, ἀλλά δέν ἠμπόρεσε νά τούς κάνη Ἀνθρώπους, διότι δέν τόν άντελαμβάνετο ἡ βαρβαρος ψυχή των. Αἱ φωτιαί πού ἔκαιαν τήν Ἰωνίαν, ὅπου ἐγεννήθη ἡ φιλοσοφία, ἔκαιαν τήν καρδίαν τῆς Ἑλλάδος.


   Ἔτσι, δι΄ ἐκείνην τήν περίοδον, ἐχάθη τό ὄνειρο τοῦ «Μαρμαρφωμένου Βασιλιᾶ». Ἐχάθη, προδομένο ἀπό τήν κακομοιριά τοῦ πολιτικοῦ κόσμου.

   Ὁ Μεταξᾶς παρηκολουθεί τά γεγονότα μέ ἀγωνίαν. Ἔβλεπε παντοῦ τήν ἔλληψιν ἠθικοῦ: «Τμῆμα στρατοῦ κατήρχετο ὁδοῦ Σταδίου διά Μ. Ἀσίαν χωρίς τουφέκια. Ἄνδρες σιωπηλοί μέ ὕφος κουρασμένον. Ὀλίγοι φωνακλάδες. Τό πῆθος εἰς τόν δρόμον ἐχειροκροτεί καί ἐζητωκραύγαζεν. Ὄψις θυμάτων ἀγομένων εἰς τήν σφαγήν ἐν μέσω τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῶν μενόντων εἰς τό σπίτι των. Σιδηρόδρομον, εὔζωνας: “μωροί κερατάδες, να φωνάζετε ζήτω ξέρετε, νά ἔλθετε ἔξω νά πολεμήσετε δέν ξέρετε”». Μετέβαινε καί εἰς τήν μασονικήν στοάν «Ἡσίοδος», ὅπου ὑπέμενε «τυπικάς φανατικότητας» διά νά λαμβάνη πληροφορίες σχετικάς μέ τήν στάσιν τοῦ ἐβραϊσμοῦ εἰς τήν Μικρασιατικήν ἐκστρατείαν, διά τήν ἀποτυχίαν τῆς ὁποίας ὁ διεθνής σιωνισμός ἔκανε περισσότερα ἀπ΄ ὅσα ήδύνατο καί ἔδειξε τό τυφλό μῖσος του εἰς τόν βασανιστικόν θάνατον τοῦ ἐθνομάρτυρος Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου.

   Βῆμα πρός βῆμα. Μάχην πρός μάχην ὡς θεατής, θά ζήση ὁ Μεταξᾶς τό ἔπος τῆς ἐκστρατείας. Θά ζήση ἐπίσης τά αἴσχη τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος, πρός χάριν τῶν κομματικῶν ὑπολογισμῶν, ἐθυσίαζε ὕψιστα ἐθνικά συμφέροντα. Ἡ «καλή κοινωνία» τῶν Ἀθηνῶν διασκέδαζε, ὅταν τά Ἑλληνόπουλα ἐσφάζοντο ἀπό τά μανιασμένα στίφη τῶν Μωαμεθανῶν. Οἱ ὑπουργοί χορεύουν εἰς τό «Ἀκταῖον» μέ τάς ἐρωμένας των, τήν στιγμήν πού ὁ Μεταξᾶς συνεκλονίζετο ἀπό δέος: «Ἡττώμεθα εἰς τήν Ἀσίαν. Θεέ μου», Καί λίγο μετά θά θρηνήση λακωνικῶς: «Φοβερά καταστροφή. Τό τραγικόν τέλος τῆς στρατιωτικῆς μας ἀκμῆς. Ἤρχισεν ἀπό τά 1908. Ἀνῆλθεν εἰς τό ζενίθ εἰς τά 1912-1913 καί ἐτάφη σήμερον. Ὅλη ἡ ἱστορία μου».


Βιβλίο: Ιωάννης Μεταξάς Βιογραφία
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Πλεύρης
Εκδόσεις: ΗΛΕΚΤΡΟΝ
Σελ.: 110 – 114



ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: