Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

«Κρυβόμασταν στο πατάρι του σπιτιού, αλλά μας έβρισκαν και μας τραβούσαν από τα μαλλιά..» H Μαρία και η Άννα, δύο θύματα βιασμού το 1974 στην Κύπρο, αφηγούνται...



Επιάσαν με εμένα και άλλες κορούδες και μας πήραν μέσα στα χωράφια, θεοσκότεινα. Μας τραβούσε η μάνα μου, αλλά την κτυπούσαν με το κοντάκι. Με τράβηξαν με το ζόρι έξω μακριά. Έφευγε ο ένας, ερχόταν ο άλλος και εγώ να αιμορραγώ, να παρακαλώ τον Θεό να με βοηθήσει, να φωνάζω, ένα μωρό 14 χρονών. Έκαναν το κέφι τους και μας έπαιρναν πίσω. Άκουγα τις γυναίκες που σκέφτονταν να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοικτό για να αυτοκτονήσουμε, να γλυτώσουμε από αυτό το μαρτύριο»...




Φρίκη, πόνος και απελπισία. Τι κι αν έχουν περάσει 41 χρόνια από τότε; Οι πληγές στο σώμα μπορεί να έχουν επουλωθεί, αν και τα σημάδια από τις καύτρες των τσιγάρων των Τούρκων στρατιωτών είναι ακόμα στο δέρμα τους. Οι πληγές στις ψυχές παραμένουν ορθάνοικτες και κάθε που το θυμούνται, σχεδόν καθημερινά δηλαδή, κακοφορμίζουν. Γυναίκες που το 1974 ήταν κορίτσια από 12 μέχρι 17 ετών. Θύματα βιασμού τα οποία η Πολιτεία ποτέ δεν τόλμησε να δει κατάματα.

Το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων έδωσε στη δημοσιότητα τις μαρτυρίες δύο γυναικών, οι οποίες κοριτσάκια 13 και 14 χρόνων τότε έζησαν τη φρίκη του πολέμου στο σώμα τους.

«Από τα 14 μου υποφέρω. Να πιάνεις με βάρβαρο τρόπο μια κορούδα να την παίρνεις στα χωράφια, να έρχεται ο ένας και ο άλλος, να γελούν μεταξύ τους και να τους βλέπεις, να φωνάζεις, να σε καίνε με τα τσιγάρα. Τα χέρια μου είναι σημαδεμένα από τα τσιγάρα τους που τα έσβηναν πάνω μου» λέει η Μαρία. Μητέρα δύο παιδιών σήμερα, με σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά και πολλά οικονομικά προβλήματα.

«Βγήκαμε στα περβόλια, έξω από το χωριό. Ήμασταν εκεί κάπου εκατό άτομα, τέσσερις ημέρες κρυμμένοι... Μας έλεγαν να παραδοθούμε, αλλιώς θα μας σκοτώσουν. Μπήκαμε στο χωριό με τα χέρια ψηλά. Ξεχώρισαν άνδρες από γυναίκες, μωρά, τους ηλικιωμένους άνω των 60, τους έβαλαν σε αίθουσες σχολείου. Σε δύο φορτηγά φόρτωσαν αιχμαλώτους. Εμένα, τη μητέρα μου και την αδελφή μου, έξι χρόνων, με άλλες γυναίκες, μας πήραν στα τελευταία σπίτια του χωριού. Από την πρώτη νύκτα ήρθαν να μας μετρήσουν».

«Κάθε νύκτα τα ίδια πράγματα» λέει η Μαρία: «Κρυβόμασταν στο πατάρι του σπιτιού, αλλά μας έβρισκαν και μας τραβούσαν από τα μαλλιά. Συνέχισε αυτή η φρίκη μέχρι 2-3 μήνες».

Η Άννα εγκατέλειψε την Κύπρο. Οι συγγενείς, το χωριό ολόκληρο, όπως λέει με παράπονο, τη στιγμάτισε – κι αυτήν και όλα τα κορίτσια που είχαν βιασθεί από τους Τούρκους.

«Μας βάλανε σε αίθουσα του σχολείου, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Εκεί έμπαιναν όποτε ήθελαν, διάλεγαν και μιας πήγαιναν για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες. Δεν έβγαινα να πάρω συσσίτιο. Φορούσα συνέχεια τα ρούχα της γιαγιάς για να φαίνομαι γριά, αλλά έβλεπαν το πρόσωπο. Έβγαινα έξω μόνο όταν πήγαινα τουαλέτα. Ήμουν συνέχεια τυλιγμένη με ένα πάπλωμα και κάθοντουσαν όλα τα πιτσιρίκια από πάνω μου για να μη με τραβάνε συνέχεια και να με βιάζουν οι Τούρκοι. Αυτό κράτησε τρεις μήνες, πριν έρθει ο Ερυθρός Σταυρός στον οποίο πήγε ένας άνδρας που δραπέτευσε και τους ενημέρωσε ότι ήμασταν εγκλωβισμένοι. Ο Ερυθρός Σταυρός, μαζί με άλλα πράγματα, μας έστελνε τότε και χάπια σε περίπτωση εγκυμοσύνης. Ένιωθα φόβο, μεγάλο φόβο, όπως και τώρα ακόμη φοβάμαι».




Το παράπονό της: «Όταν θυμάμαι τι γινόταν με τους συγγενείς, νιώθω θυμό. Έλεγαν της μάνας μου “να την πάρεις και να φύγεις από τη χώρα, γιατί έτσι που είναι τώρα δεν τη θέλει κανένας”».

41 χρόνια μετά, το κράτος τις θυμήθηκε. Οι γυναίκες αυτές, που δεν είναι λίγες, ζουν από το 1974 μέχρι σήμερα το δικό τους δράμα. Οι περισσότερες ένιωθαν μια ζωή ντροπιασμένες για μια ντροπή που δεν τους ανήκει.

Πριν από μερικούς μήνες, το κράτος «ξύπνησε» από τον λήθαργο των δεκαετιών που πέρασαν. Το Υπουργείο Εργασίας ανέλαβε να «αποζημιώσει», έστω και καθυστερημένα, αυτή την ομάδα θυμάτων του πολέμου. Το θέμα είδε το φως της δημοσιότητας πριν από μερικές εβδομάδες, όταν η βουλευτής του ΑΚΕΛ Σκεύη Κουκουμά κατήγγειλε ότι το Υπουργείο Εργασίας ζήτησε από τις γυναίκες αυτές να περάσουν από ιατροσυμβούλιο για να αποδειχθεί ο βιασμός τον οποίο υπέστησαν πριν από 41 χρόνια. Η υπουργός Εργασίας, Ζέτα Αιμιλιανίδου, απάντησε λέγοντας ότι όντως κατά λάθος στάλθηκαν τυποποιημένες επιστολές, οι οποίες ωστόσο αποσύρθηκαν.

Οι διαδικασίες όμως συνεχίζονται, «αυτές οι γυναίκες καλύπτονται από τον Νόμο των Παθόντων και θα βοηθηθούν και με τον Νόμο, αλλά και με επιπρόσθετη βοήθεια» ανέφερε στον «Φ» η κ. Αιμιλιανίδου. «Υπάρχει Επιτροπή που θα εξετάσει τα γεγονότα χωρίς τη φυσική τους παρουσία» είπε.

Όλες οι γυναίκες που έπεσαν θύματα βιασμού το ’74 «μπορούν να υποβάλουν τις αιτήσεις τους και θα λάβουν τη βοήθεια που τους αξίζει. Μπορούν να αποδείξουν εξάλλου το μαρτύριό τους, αφού οι πλείστες είναι καταγεγραμμένες στα αρχεία είτε των εγκλωβισμένων, είτε άλλων ομάδων, ή ακόμα διαθέτουν ιατρικά πιστοποιητικά από ψυχολόγους ή ψυχίατρους που τις στήριξαν αμέσως μετά την εισβολή ή και αργότερα». «Οι γυναίκες αυτές έχουν υποφέρει αρκετά, ας μην κάνουμε τον πόνο τους ακόμα πιο μεγάλο, δίνοντας πληροφορίες στη δημοσιότητα» κατέληξε.            ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ   ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: